ετεροχρονίζω

ετεροχρόνισα, ετεροχρονίστηκα, ετεροχρονισμένος, αναβάλλω την εκτέλεση μιας ενέργειας σε σχέση με τον καθορισμένο χρόνο που έπρεπε αυτή να πραγματοποιηθεί. Ουσ. ετεροχρονισμός, ο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροχρονίζω — [ετερόχρονος] κατασκευάζω, δημιουργώ ή παρέχω κάτι σε χρόνο διαφορετικό από τον συνήθη, τον κανονικό ή φυσιολογικό …   Dictionary of Greek

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

  • ετεροχρονισμός — ο [ετεροχρονίζω] 1. ιατρ. η διαφορά μεταξύ τής χρονοταξίας νεύρου και αυτής τού μυός, η οποία εμποδίζει τη μετάδοση νευρικού ερεθίσματος όταν τα ερεθίσματα είναι μεμονωμένα, αλλά επιτρέπει τη μετάδοση όταν αυτά είναι επαναλαμβανόμενα 2. το να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.